déchiffrage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
déchiffrage déchiffrages

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

déchiffrage (fr) αρσενικό