décolleter

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /de.kɔl.te/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

décolleter (fr)

  1. αφήνω τον λαιμό και τους ώμους (μιας γυναίκας) γυμνό
  2. κόβω ένα ένδυμα ώστε ο λαιμός να μένει ελεύθερος
  3. στην αγρονομία, κόβω το πάνω μέρος (μιας ρίζας) ώστε να εμποδίσω την εμφάνιση άνθους
  4. (τεχνολογία) κατασκευάζω μεταλλικά ελάσματα στον τόρνο