décours

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

décours < λατινική decursus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
décours décours

décours (fr) αρσενικό

  1. (αστρονομία) η περίοδος κατά την οποία ένα ουράνιο σώμα φθίνει
  2. (ιατρική) η περίοδος κατά την οποία υποχωρεί μια ασθένεια