Μετάβαση στο περιεχόμενο

défendable

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
défendable défendables

défendable (fr) αρσενικό ή θηλυκό