Μετάβαση στο περιεχόμενο

démarche

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
démarche démarches

démarche (fr) θηλυκό

  1. η περπατησιά, ο τρόπος περπατήματος
  2. η προσέγγιση, ο τρόπος δράσης
  3. (διπλωματία) το διάβημα

Συγγενικά

[επεξεργασία]