démarche
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| démarche | démarches |
démarche (fr) θηλυκό
- η περπατησιά, ο τρόπος περπατήματος
- η προσέγγιση, ο τρόπος δράσης
- (διπλωματία) το διάβημα