démarrage
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- démarrage < démarr(er) + -age
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: ντεμαράζ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]démarrage (fr), πληθυντικός: les démarrages
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- démarrage - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- démarrage - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé