dénudé

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό dénudé dénudés
θηλυκό dénudée dénudées

dénudé (fr)

  1. γυμνωμένος, ξεγυμνωμένος
    attention, il y a un fil dénudé - προσοχή, υπάρχει ένα ξεγυμνωμένο σύρμα