déporter

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

déporter (fr)

  1. απελαύνω, εξορίζω
  2. σπρώχνω, σπρώχνω
    le vent l'a déporté vers la gauche - ο άνεμος τον έσπρωξε στα αριστερά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]