dépressionnaire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

dépressionnaire < dépression

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dépressionnaire dépressionnaires

dépressionnaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (μετεωρολογία) που αποτελεί τη βάση μιας ζώνης βαρομετρικών χαμηλών