Μετάβαση στο περιεχόμενο

déraillement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
déraillement < dérailler

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
déraillement déraillements

déraillement (fr) αρσενικό

  1. ο εκτροχιασμός
  2. (μεταφορικά) η παραφροσύνη

Συγγενικά

[επεξεργασία]