dérangement

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

dérangement < déranger

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dérangement dérangements

dérangement (fr) αρσενικό

  1. αναστάτωση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: bouleversement, chambardement, désorganisation, remue-ménage
  2. ενόχληση
    excusez-moi pour le dérangement - συγνώμη για την ενόχληση
  3. διακοπή, βλάβη
    sa ligne téléphonique est en dérangement - το τηλέφωνό του έχει διακοπεί
  4. παραφροσύνη
    dérangement d'esprit - πνευματική παραφροσύνη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: déséquilibre

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]