Μετάβαση στο περιεχόμενο

désinculpation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
désinculpation < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
désinculpation désinculpations

désinculpation (fr) θηλυκό