Μετάβαση στο περιεχόμενο

désinfectant

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
désinfectant < λείπει η ετυμολογία

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό désinfectant désinfectants
θηλυκό désinfectante désinfectantes

désinfectant (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. απολυμαντικός, αντισηπτικός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
désinfectant désinfectants

désinfectant (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. το απολυμαντικό προϊόν