désintéressé
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | désintéressé | désintéressés |
| θηλυκό | désintéressée | désintéressées |
Επίθετο
[επεξεργασία]désintéressé (fr)
Μετοχή
[επεξεργασία]désintéressé (fr)
- μετοχή αορίστου του ρήματος désintéresser