Μετάβαση στο περιεχόμενο

déstabilisation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
déstabilisation déstabilisations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

déstabilisation (fr) θηλυκό