Μετάβαση στο περιεχόμενο

désuétude

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
désuétude désuétudes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

désuétude (fr) θηλυκό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]