Μετάβαση στο περιεχόμενο

düzensiz

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
düzensiz < düzen + -siz

Επίθετο

[επεξεργασία]

düzensiz (tr)

  1. ακατάστατος
    Andreas'ın odası çok düzensiz. - Το δωμάτιο του Ανδρέα είναι πολύ ακατάστατο.
    Andreas çok düzensiz bir çalışan. - Ο Ανδρέας είναι ένας πολύ ακατάστατος εργαζόμενος.
  2. παράτυπος
  3. (γραμματική) ανώμαλος
    düzensiz fiiller sözlüğü - λεξικό ανωμάλων ρημάτων
     συνώνυμα: kuralsız

Αντώνυμα

[επεξεργασία]