dłoń

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

dłoń 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dłoń (pl) θηλυκό

  1. η παλάμη