długotrwały

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

długotrwały < długo + trwały

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

długotrwały 

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

długotrwały (pl)

  1. που διαρκεί πολύ, ενδελεχής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]