Μετάβαση στο περιεχόμενο

dactylo

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
dactylo < dactylographe

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
dactylo dactylos

dactylo (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. δακτυλογράφος

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
dactylo < dactylographie

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dactylo (fr) θηλυκό

  1. η δακτυλογραφία

Συγγενικά

[επεξεργασία]