Μετάβαση στο περιεχόμενο

dadaïste

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
dadaïste < Dada + -iste

Επίθετο

[επεξεργασία]

dadaïste (fr)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
dadaïste dadaïstes

dadaïste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • dada (παιδική λέξη)
  • Dada (το καλλιτεχνικό κίνημα)
  • dadaïsme