dairy
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]dairy (en) (χωρίς παραθετικά)
- γαλακτερός, γαλακτοκομικός, που περιέχει γάλα
dairy products - γαλακτοκομικά προϊόντα
- γαλακτερός, που παράγει γάλα
a dairy cow - γαλακτερή αγελάδα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| dairy | dairies |
dairy (en)
- (μη μετρήσιμο) τα γαλακτερά, τα γαλακτοκομικά, τα παράγωγα του γάλακτος, ό,τι γίνεται με βάση το γάλα
The doctor forbade him from dairy.
- Ο γιατρός τού απαγόρεψε τα γαλακτερά.
- το γαλακτοκομείο
- το γαλακτοπωλείο