dal

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /dal/
dal 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dal (pl) θηλυκό

  1. το μακριά, το πέρα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]