Μετάβαση στο περιεχόμενο

dal

Από Βικιλεξικό

Δανικά (da)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dal (da) ουδέτερο



Νορβηγικά (no)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dal (no) ουδέτερο



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dal (nl) ουδέτερο



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /dal/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dal (pl) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dal (sv) ουδέτερο