damper

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
damper dampers

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

damper < damp + -er

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

damper (en)

  • συγκριτικός βαθμός του damp

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

damper (en)

  1. αμορτισέρ
  2. κάτι που χαλάει τη διάθεση
  3. (μουσική) η σουρντίνα (πεντάλ στο πιάνο)
  4. αποσβεστήρας ταλάντωσης