darken

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

darken (en)

  1. σκοτεινιάζω (για χώρο ή πρόσωπο)
  2. σκουραίνω
  3. αμαυρώνω