darned
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]darned (en)
- (ανεπίσημο, ευφημισμός) άλλη μορφή του darn
Επίρρημα
[επεξεργασία]darned (en)
- (ανεπίσημο, ευφημισμός) άλλη μορφή του darn
darned (en)
darned (en)