Μετάβαση στο περιεχόμενο

datív

Από Βικιλεξικό

Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
datív < λατινική datīvus

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈdatiːʋ/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

datív αρσενικό άψυχο (γενική ενικού: datívu)

  • datív - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025