Μετάβαση στο περιεχόμενο

datura

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
datura daturas

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

datura (fr) θηλυκό