dawdle

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

dawdle (en)

  1. χάνω την ώρα μου χωρίς σκοπό, χωρίς να κάνω τίποτα, χαζεύω, χαζολογάω, χασομεράω
  2. περπατάω ή κινούμαι πολύ χαλαρά