Μετάβαση στο περιεχόμενο

daybreak

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
daybreak < day + break

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

daybreak (en) (μη μετρήσιμο)

  • η χαραυγή, το χάραμα
    παράδειγμα  She woke at daybreak.
    Ξύπνησε τη χαραυγή.
    παράδειγμα  They left at daybreak.
    Έφυγαν το χάραμα/τα χαράματα.
    παράδειγμα  He woke up at daybreak.
    Ξύπνησε από τα χαράματα.