de jure

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτό το λήμμα χρειάζεται επιμέλεια,
ώστε να ανταποκρίνεται σε υψηλότερες προδιαγραφές συντακτικής ποιότητας ή μορφοποίησης.

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

de jure < de (από) & jure (ius νόμος, δίκαιο)

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

de jure (σε χρήση τροπικού επιρρήματος)

  • (νομικός όρος) κάτι που επιβάλλεται από το εθιμικό δίκαιο ή το νόμο ή γενικά το ηθικά ορθό, σε αντιδιαστολή προς τον όρο de facto (ντε φάκτο, εκ των πραγμάτων)
    • η χώρα ανεξαρτητοποιήθηκε de facto με επανάσταση αλλά, για να ενταχθεί στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, πρέπει να αναγνωρισθεί από μερικές ακόμα χώρες και de jure
    • μπορεί να ζείτε χώρια από πέρσι αλλά, όσο δεν προχωράτε στο διαζύγιο για να επισημοποιήσετε το χωρισμό de jure, εξακολουθείτε να είστε παντρεμένοι και κατά συνέπεια η ερωτική σχέση σας με τρίτο πρόσωπο μπορεί να χρησιμοποιηθεί νομικά εναντίον σας ως « εξωσυζυγική σχέση »

Δείτε επίσης[επεξεργασία]