de jure

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτό το λήμμα χρειάζεται επιμέλεια,
ώστε να ανταποκρίνεται σε υψηλότερες προδιαγραφές συντακτικής ποιότητας ή μορφοποίησης.

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

de jure < de (από) & jure (ius νόμος, δίκαιο)

Έκφραση[επεξεργασία]

de jure (σε χρήση τροπικού επιρρήματος)

  • (νομική) κάτι που επιβάλλεται από το εθιμικό δίκαιο ή το νόμο ή γενικά το ηθικά ορθό, σε αντιδιαστολή προς τον όρο de facto (ντε φάκτο, εκ των πραγμάτων)
    Η χώρα ανεξαρτητοποιήθηκε de facto με επανάσταση αλλά, για να ενταχθεί στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, πρέπει να αναγνωρισθεί από μερικές ακόμα χώρες και de jure.
    Μπορεί να ζείτε χώρια από πέρσι αλλά, όσο δεν προχωράτε στο διαζύγιο για να επισημοποιήσετε το χωρισμό de jure, εξακολουθείτε να είστε παντρεμένοι και κατά συνέπεια η ερωτική σχέση σας με τρίτο πρόσωπο μπορεί να χρησιμοποιηθεί νομικά εναντίον σας ως «εξωσυζυγική σχέση».

Δείτε επίσης[επεξεργασία]