Μετάβαση στο περιεχόμενο

deal out

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας deal out
γ΄ ενικό ενεστώτα deals out
αόριστος dealt out
παθητική μετοχή dealt out
ενεργητική μετοχή dealing out

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
deal out <  δείτε τις λέξεις deal και out

deal out (en) (μεταβατικό)

  1. μοιράζω, δίνω στον καθένα το μερίδιό του
    παράδειγμα  I dealt out to them two pieces of cake each./I dealt them out two pieces of cake each.
    Τους μοίρασα δύο κομμάτια κέικ στον καθένα.
    παράδειγμα  The money must be dealt out fairly.
    Τα χρήματα πρέπει να μοιραστούν δίκαια.
  2. μοιράζω τιμωρία σε κάποιον
    παράδειγμα  The teacher dealt out punishments to the naughty students.
    Ο δάσκαλος μοίρασε τιμωρίες στους άτακτους μαθητές.