deal out
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | deal out |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | deals out |
| αόριστος | dealt out |
| παθητική μετοχή | dealt out |
| ενεργητική μετοχή | dealing out |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]deal out (en) (μεταβατικό)
- μοιράζω, δίνω στον καθένα το μερίδιό του
I dealt out to them two pieces of cake each./I dealt them out two pieces of cake each.
- Τους μοίρασα δύο κομμάτια κέικ στον καθένα.
The money must be dealt out fairly.
- Τα χρήματα πρέπει να μοιραστούν δίκαια.
- μοιράζω τιμωρία σε κάποιον
The teacher dealt out punishments to the naughty students.
- Ο δάσκαλος μοίρασε τιμωρίες στους άτακτους μαθητές.