dean

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/diːn/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dean (en)

  1. κοσμήτορας πανεπιστημιακής σχολής
  2. τιμητικός ή διοικητικός τίτλος σε διάφορα σώματα (εκκλησία, βουλή κλπ)