Μετάβαση στο περιεχόμενο

debil

Από Βικιλεξικό

Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
debil < (άμεσο δάνειο) γερμανική debil Παραβάλετε γαλλική débile (ηλίθιος), απώτατης προέλευσης από τη λατινική dēbĭlis (αδύναμος, κουτσός)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈdɛ.bɪl/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

debil (cs) αρσενικό

  1. (παρωχημένο, ιατρική) άτομο πάσχον από νοητική υστέρηση
     συνώνυμα: slabomyslný
  2. (υβριστικό) ηλίθιος, βλάκας, καθυστερημένος
    παράδειγμα  Čo děláš, ty debile?! - Τι κάνεις, βρε ηλίθιε;!
     συνώνυμα: blb, blbec, dement, hovado, idiot, kretén, magor, pitomec, vůl



Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
debil < (άμεσο δάνειο) τσεχική debil. Παραβάλετε γαλλική débile (ηλίθιος). Απώτατης προέλευσης από τη λατινική dēbĭlis (αδύναμος, κουτσός).

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

debil (sk) αρσενικό, (θηλυκό debilka)

  1. (ιατρική) άτομο πάσχον από νοητική υστέρηση
     συνώνυμα: slabomyselný
  2. (υβριστικό) ηλίθιος, βλάκας, καθυστερημένος και κατ’ επέκταση τρελός, παράλογος
    παράδειγμα  Čo robíš, ty debil?! - Τι κάνεις, βρε ηλίθιε;!
    παράδειγμα  Nebuď taký debil. - Μην είσαι τόσο βλάκας.
    παράδειγμα  Je to riadny debil. - Είναι τελείως καθυστερημένος.
     συνώνυμα: blázen, blázon, blb, blbec, cvok, dilino, hlupák, idiot, imbecil, kretén, magor, mešuge, osol, pajác, pomätenec, šialenec, sprosták, somár, zadubenec

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • robiť z niekoho debila - βγάζω κάποιον τρελό, ηλίθιο, βλάκα

Παράγωγα

[επεξεργασία]
  • debil - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025