debil
Εμφάνιση
Τσεχικά (cs)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- debil < (άμεσο δάνειο) γερμανική debil Παραβάλετε γαλλική débile (ηλίθιος), απώτατης προέλευσης από τη λατινική dēbĭlis (αδύναμος, κουτσός)
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]debil (cs) αρσενικό
- (παρωχημένο, ιατρική) άτομο πάσχον από νοητική υστέρηση
- (υβριστικό) ηλίθιος, βλάκας, καθυστερημένος
Σλοβακικά (sk)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- debil < (άμεσο δάνειο) τσεχική debil. Παραβάλετε γαλλική débile (ηλίθιος). Απώτατης προέλευσης από τη λατινική dēbĭlis (αδύναμος, κουτσός).
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]debil (sk) αρσενικό, (θηλυκό debilka)
- (ιατρική) άτομο πάσχον από νοητική υστέρηση
- (υβριστικό) ηλίθιος, βλάκας, καθυστερημένος και κατ’ επέκταση τρελός, παράλογος
Čo robíš, ty debil?! - Τι κάνεις, βρε ηλίθιε;!
Nebuď taký debil. - Μην είσαι τόσο βλάκας.
Je to riadny debil. - Είναι τελείως καθυστερημένος.- ≈ συνώνυμα: blázen, blázon, blb, blbec, cvok, dilino, hlupák, idiot, imbecil, kretén, magor, mešuge, osol, pajác, pomätenec, šialenec, sprosták, somár, zadubenec
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- robiť z niekoho debila - βγάζω κάποιον τρελό, ηλίθιο, βλάκα
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- debil - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025
Κατηγορίες:
- Δάνεια από τα γερμανικά (τσεχικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (τσεχικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (σλοβακικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (τσεχικά)
- Τσεχική γλώσσα
- Ουσιαστικά (τσεχικά)
- Παρωχημένοι όροι (τσεχικά)
- Ιατρική (τσεχικά)
- Υβριστικοί όροι (σλοβακικά)
- Δάνεια από τα τσεχικά (σλοβακικά)
- Προέλευση λέξεων από τα τσεχικά (σλοβακικά)
- Σλοβακική γλώσσα
- Ουσιαστικά (σλοβακικά)
- Ιατρική (σλοβακικά)