Μετάβαση στο περιεχόμενο

debilis

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
dēbĭlis < παραδοσιακά ετυμολογείται ως dē- + habilis (ικανός)[1][2], ετυμολόγηση που προϋποθέτει έναν αμάρτυρο *dēhabilis το οποίο πιθανώς εξηγείται ως τύπος με συγκοπή όπως στο dēbeō < *dē-habeō[3]
Κατά τον Ντε Βάαν κληρονομημένο από την πρωτοϊταλική *dēbeli ή *dēboli (χωρίς δύναμη) < dē- + πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bel-o- (δύναμη, ρώμη). Συγγενή: σανσκριτική बल (bálá, δύναμη, ρώμη, αλκή), αρχαία ελληνική βέλτερος (καλύτερος), βελτίων, βέλτατος και βέλτιστος, παλαιά εκκλησιαστική σλαβονική бол҄ии (bolʹii, μεγαλύτερος)[3]. Παραβάλετε ρωσική больший (bólʹšij, μεγαλύτερος).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈdeː.bɪ.lɪs/ (κλασική λατινική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: lis

Επίθετο

[επεξεργασία]

dēbĭlis, συγκριτικός: dēbilior, υπερθετικός: dēbilissimus

  1. αδύναμος, ευπαθής, καχεκτικός, ασθενικός
     συνώνυμα: aeger, fessus, fractus, imbecillus, imbecillus, infirmus, inops, languidus, mollis, obnoxius, tenuis
     αντώνυμα: compos, fortis, potis, potens, praevalens, strenuus, validus
    αρχαία ελληνική: ἐμπαθής
  2. κουτσός, χωλός, σακάτης, ανάπηρος, εξασθενημένος, καταβεβλημένος
     συνώνυμα: claudus
    αρχαία ελληνική: ἄχρηστος

Παράγωγα

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική dēbĭlis dēbĭlis dēbĭle dēbĭlēs dēbĭlēs dēbĭlia
γενική dēbĭlis dēbĭlis dēbĭlis dēbĭlium dēbĭlium dēbĭlium
δοτική dēbĭlī dēbĭlī dēbĭlī dēbĭlibus dēbĭlibus dēbĭlibus
αιτιατική dēbĭlem dēbĭlem dēbĭle dēbĭlēs dēbĭlēs dēbĭlia
κλητική dēbĭlis dēbĭlis dēbĭle dēbĭlēs dēbĭlēs dēbĭlia
αφαιρετική dēbĭli dēbĭli dēbĭli dēbĭlibus dēbĭlibus dēbĭlibus
(Τριτόκλιτα επίθετα)

Απόγονοι

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. debilis - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
  2. dēbĭlis - Félix Gaffiot, Dictionnaire illustré latin-français, Hachette, 1934 [Φελίξ Γκαφιό, Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)
  3. 1 2 dēbĭlis, σελ. 163 - Μιχίλ Ντε Βάαν, Ετυμολογικό λεξικό της λατινικής και άλλων ιταλικών γλωσσών (Λέιντεν ινδοευρωπαϊκή σειρά ετυμολογικών λεξικών; 7), Λέιντεν, Βοστώνη: Μπριλλ, 2008 (στα αγγλικά) →ISBN 978-90-04-16797-1