decimo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

decimo (fr)

  1. σε δέκατη (10η) θέση ή σειρά



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

decimo (it)