Μετάβαση στο περιεχόμενο

dedenz

Από Βικιλεξικό

Αγγλονορμανδικά (xno)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

dedenz

  1. (χρονικό και τοπικό) μέσα, μέσα σε

Πρόθεση

[επεξεργασία]

dedenz

  1. μες, μέσα σε



Παλαιά γαλλικά (fro)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

dedenz και dedanz

  1. (χρονικό και τοπικό) μέσα, μέσα σε

Πρόθεση

[επεξεργασία]

dedenz

  1. μες, μέσα σε