Μετάβαση στο περιεχόμενο

dedicated

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈdɛdɪkeɪtəd/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός dedicated
συγκριτικός more dedicated
υπερθετικός most dedicated

dedicated (en)

  1. αφοσιωμένος
    παράδειγμα  He is a dedicated teacher.
    Είναι ένας πολύ αφοσιωμένος δάσκαλος.
    παράδειγμα  She is dedicated to her job.
    Είναι αφοσιωμένη στη δουλειά της.
    παράδειγμα  The charity is dedicated to serving young people with special needs.
    Το φιλανθρωπικό ίδρυμα είναι αφοσιωμένο στην εξυπηρέτηση νέων με ειδικές ανάγκες.
  2. (μόνο πριν από το ουσιαστικό) αποκλειστικός, εξειδικευμένος, κατασκευασμένος για συγκεκριμένη χρήση

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

dedicated (en)