dedicated

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈdɛdɪkeɪtəd/
ήχος (ΗΠΑ) 

Επίθετο[επεξεργασία]

dedicated (en)

  1. αφοσιωμένος
  2. αποκλειστικός, εξειδικευμένος, κατασκευασμένος για συγκεκριμένη χρήση

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

dedicated (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος dedicate