Μετάβαση στο περιεχόμενο

dedication

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
dedication dedications

dedication (en)

  1. (μη μετρήσιμο) η αφοσίωση, η αφιέρωση, η σκληρή εργασία και η προσπάθεια που αφιερώνει κάποιος σε μια δραστηριότητα ή σε έναν σκοπό, επειδή τον θεωρεί σημαντικό
    παράδειγμα  I appreciate his dedication to the job.
    Εκτιμώ την αφοσίωσή του στη δουλειά.
    παράδειγμα  His dedication (of time/energy) to this project lasted for years.
    Η αφιέρωσή του στο έργο αυτό κράτησε χρόνια.
     συνώνυμα: commitment
  2. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η αφιέρωση, η ενέργεια του να αφιερώνω κάτι σε κάποιον
    παράδειγμα  We loved the dedication of the award to his mother.
    Αγαπήσαμε την αφιέρωση του βραβείου στη μητέρα του.
    παράδειγμα  They went to the dedication of the church.
    Πήγαν στα εγκαίνια της εκκλησίας.
  3. η αφιέρωση, φράση που αναφέρει το πρόσωπο στο οποίο αφιερώνεται ένα βιβλίο, ένα κείμενο λόγου, μια φωτογραφία κτλ
    παράδειγμα  He wrote a beautiful dedication on the book cover.
    Έγραψε μια όμορφη αφιέρωση στο εξώφυλλο του βιβλίου.

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη dedicate