dedication
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| dedication | dedications |
dedication (en)
- (μη μετρήσιμο) η αφοσίωση, η αφιέρωση, η σκληρή εργασία και η προσπάθεια που αφιερώνει κάποιος σε μια δραστηριότητα ή σε έναν σκοπό, επειδή τον θεωρεί σημαντικό
I appreciate his dedication to the job.
- Εκτιμώ την αφοσίωσή του στη δουλειά.
His dedication (of time/energy) to this project lasted for years.
- Η αφιέρωσή του στο έργο αυτό κράτησε χρόνια.
- ≈ συνώνυμα: commitment
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η αφιέρωση, η ενέργεια του να αφιερώνω κάτι σε κάποιον
We loved the dedication of the award to his mother.
- Αγαπήσαμε την αφιέρωση του βραβείου στη μητέρα του.
They went to the dedication of the church.
- Πήγαν στα εγκαίνια της εκκλησίας.
- η αφιέρωση, φράση που αναφέρει το πρόσωπο στο οποίο αφιερώνεται ένα βιβλίο, ένα κείμενο λόγου, μια φωτογραφία κτλ
He wrote a beautiful dedication on the book cover.
- Έγραψε μια όμορφη αφιέρωση στο εξώφυλλο του βιβλίου.
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη dedicate