dedução

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

dedução (pt) < γαλλικό déduction από το λατινικό deductìo

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dedução (pt) θηλυκό

  1. το συμπέρασμα
  2. η αφαίρεση (ποσών)
  3. η απαρίθμηση
  4. η αναγωγή