defender

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
defender defenders

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
defender < defend + -er

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

defender (en)

  1. ο υπερασπιστής
  2. ο υπέρμαχος
  3. η υπεράσπιση (ο συνήγορος του κατηγορουμένου σε μια δίκη)
  4. (αθλητισμός) ο αμυντικός (παίκτης)
    All defenders to the goal box, quickly!
    Όλοι οι αμυντικοί στην μικρή περιοχή, γρήγορα!