defer

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

defer (en)

  1. αναβάλλω
  2. defer to: συμφωνώ σε κάτι ή με κάποιον, αποδέχομαι μια πρόταση, απόφαση