definition

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: définition

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

definition (en)

  1. ο ορισμός
  2. η ευκρίνεια· (λαϊκότερο: ανάλυση, γενικότερο: διακριτότητα ανά μονάδα επιφάνειας)