deforest
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | deforest |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | deforests |
| αόριστος | deforested |
| παθητική μετοχή | deforested |
| ενεργητική μετοχή | deforesting |
deforest (en)