delay
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| delay | delays |
delay (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η καθυστέρηση, η αργοπορία, η επιβράδυνση, μια χρονική περίοδος που κάποιος ή κάτι πρέπει να περιμένει εξαιτίας ενός προβλήματος που κάνει κάτι αργό ή καθυστερημένο
a delay in work - καθυστέρηση των εργασιών
Due to a breakdown, we took off after a short delay.
- Λόγω βλάβης απογειωθήκαμε με μικρή καθυστέρηση.
Due to the dense traffic, we arrive at the airport with a delay.
- Εξαιτίας της πυκνής κυκλοφορίας φτάσαμε με αργοπορία στο αεροδρόμιο.
There has been a notable delay in the departure of the train.
- Σημειώθηκε κάποια επιβράδυνση στην αναχώρηση του τρένου.
- (μη μετρήσιμο) η καθυστέρηση, η αναβολή, η χρονοτριβή, αποτυχία να κάνω κάτι γρήγορα ή τη σωστή στιγμή· η ενέργεια του να καθυστερώ/χρονοτριβώ/αναβάλλω
without further delay - χωρίς άλλη καθυστέρηση/χρονοτριβή
delay of payment - αναβολή πληρωμής
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | delay |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | delays |
| αόριστος | delayed |
| παθητική μετοχή | delayed |
| ενεργητική μετοχή | delaying |
delay (en)
- (μεταβατικό) καθυστερώ, αργοπορώ, κάνω κάποιον ή κάτι αργά ή τον αναγκάζω να κάνει κάτι πιο αργά
The airplane was delayed an hour.
- Το αεροπλάνο καθυστέρησε μια ώρα.
The traffic delayed us.
- Μας καθυστέρησε η κυκλοφορία.
What delayed you so long?
- Τι σε αργοπόρησε τόσο;
- (μεταβατικό και αμετάβατο) καθυστερώ, αναβάλλω, χρονοτριβώ, αργοπορώ, δεν κάνω κάτι μέχρι αργότερα ή κάνω κάτι να συμβεί αργότερα
I will delay my departure for a few days.
- Θα καθυστερήσω την αναχώρησή μου για μερικές ημέρες.
We must delay the sale until we find the money.
- Πρέπει να καθυστερήσουμε την πώληση ώσπου να βρούμε χρήματα.
I must delay going abroad.
- Πρέπει να αναβάλλω τον πηγαιμό μου στο εξωτερικό.
Let’s not delay any longer, because the train is leaving.
- Να μη χρονοτριβούμε άλλο, γιατί το τρένο φεύγει.
Don’t delay in writing to him/getting dressed.
- Μην αργοπορήσεις να του γράψεις/να ντυθείς.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- adjourn (επίσημο)
- dally
- defer
- drag one's feet
- drag one's heels
- hold back
- hold off
- hold over
- hold up
- hem and haw (αμερικανικά αγγλικά)
- hum and haw (βρετανικά αγγλικά)
- kick the can down the road (ανεπίσημο)
- play for time
- postpone
- procrastinate
- push back
- put back
- put off
- set back
- stall
- stay
- suspend
- temporize
Πηγές
[επεξεργασία]- delay (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- delay (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 397-398. ISBN 9780194325684., λήμμα: καθυστερώ