deltaïque

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
deltaïque deltaïques

deltaïque (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. σχετικός με το δέλτα ενός ποταμού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: delta