Μετάβαση στο περιεχόμενο

demeanour

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
demeanour demeanours

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

demeanour (en)