dependency

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /dɪˈpɛndənsi/ (βρετανικό)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dependency (en)

  1. εξάρτηση
  2. (πληροφορική) βιβλιοθήκη (library), πρόγραμμα ή γενικότερα προκατασκευασμένος κώδικας, που χρησιμοποιείται από ένα πρόγραμμα και είναι απαραίτητος για την λειτουργία του
    Program A uses program B. A depends on B. B is A's dependency.