deponent

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

deponent (en)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

deponent (en)

  1. ο μάρτυρας που καταθέτει κάτι ενόρκως
  2. (γραμματική) το αποθετικό (ρήμα)