depressedness
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]depressedness (en) (μη μετρήσιμο)
- η κατάσταση ή η ιδιότητα του να είναι κάποιος καταθλιμμένος
depressedness (en) (μη μετρήσιμο)